Η αγωνία των «από κάτω» να κυβερνηθούν

Αγώνες, κινητοποιήσεις, απεργίες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, «αγανακτισμένοι», κίνημα πλατειών και λαϊκές συνελεύσεις… Αυτές και πολλές ακόμη, σχετικές με τις προηγούμενες, λέξεις κατέκλυσαν τις σκέψεις και τις συνειδήσεις μας, έγιναν μέρος της καθημερινής δράσης μας, κατακλύζοντας παράλληλα τα δελτία ειδήσεων. Αναμενόμενο, λοιπόν, μετά από τέτοιον πληθωρισμό λέξεων (λόγων) και πρακτικών, να γεννηθούν προσδοκίες, όνειρα και ελπίδες ότι «κάτι κινείται», ότι «τα πράγματα αλλάζουν», ότι ο κόσμος – οι «από κάτω» – βγαίνουν στο προσκήνιο. Ότι ένας «καλύτερος κόσμος» τελικά αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ιστορικό ορίζοντα.

Αν και στην ιστορική καμπή στην οποία ζούμε μπορεί πράγματι σε ένα συμπυκνωμένο χωροχρονικό σημείο της να «κυοφορείται» ένας «καλύτερος» (πιο δίκαιος, ισότιμος, αλληλέγγυος και ελεύθερος) κόσμος, εντούτοις στην Ελλάδα πρέπει να περιμένουμε μάλλον για πολύ ακόμη. Γιατί πέρα από το πώς εννοεί ο καθένας αυτόν τον «καλύτερο κόσμο», κάτι καθόλου αυτονόητο και άμεσα συνδεδεμένο με ιδεολογικά και θεωρητικά ζητήματα, στις πρόσφατες εκλογές εκφράστηκε και πάλι – και ίσως πιο έντονα αυτή τη φορά – η αγωνία των «από κάτω» να κυβερνηθούν. Μάλιστα, εξαιτίας αυτής ακριβώς της αγωνίας, η οποία κυριάρχησε στο θυμικό και άμβλυνε το λογική, ο «λαός» ψήφισε (εκφράστηκε) αλλοπρόσαλλα και συγκεχυμένα. (Η άποψη για διχασμό μέσα από την ανάδειξη δύο πόλων δεν στέκει, στο βαθμό που δεν εκφράστηκε κάποια ουσιαστική αντίθεση μεταξύ εθνοδεξιάς και αριστεράς. Το αντίθετο, αναδείχθηκε – έστω έμμεσα – μια ιδεολογικοπολιτική συμμαχία στο πλαίσιο του «αντιμνημονιακού μετώπου».)

Έτσι, από τη μία είχαμε ένα σχεδόν 20% ψήφους στην ακροδεξιά (από τους υπερεθνικιστές έως και τους νεοναζί) και άλλο ένα 23% περίπου στην «κυβερνώσα αριστερά». Τώρα, γιατί οι διάφοροι αριστεροί και αριστεριστές δεν έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην θεαματική ενδυνάμωση της ακροδεξιάς, είναι άξιο απορίας. Ίσως ο ενθουσιασμός μπρος στην προοπτική της κατάληψης της εξουσίας, ίσως η προσήλωση στο λαϊκιστικό «αντιμνημονιακό μπλογκ», περισσότερο δε ο συνδυασμός των δύο, να «τύφλωσαν» την – για πρώτη φορά – αριστερή αξιωματική αντιπολίτευση.

Φαίνεται λοιπόν, πως στην Ελλάδα του σήμερα η πλειονότητα (το 65%, ενώ το 35% της αποχής είναι ένα ενδιαφέρον ζητούμενο το τι τάσεις – υπόγειες ή και συνειδητές – εκφράζει) των πολιτών θέλει εναγωνίως να κυβερνηθεί. Αναζητούνται σωτήρες κάθε είδους με κεντρικό, αν όχι μόνο, κριτήριο να γυρίσουν οι άνθρωποι πίσω στις «καλές εποχές»: να ξαναπάρουν τα επιδόματα, τους μισθούς και τα δάνειά τους, να «αράξουν» στο δημόσιο και να περιμένουν από τους κυβερνώντες διάφορες «εξυπηρετήσεις-διευκολύνσεις». Με άλλα λόγια, η «ανατροπή» στην κοινοβουλευτική σύνθεση («κατάρρευση του δικομματισμού») είναι ένα ωραιότατο άλλοθι για να μην αλλάξει απολύτως τίποτα στην πραγματικότητα που ζούμε. Είναι τυχαίο άραγε το γεγονός ότι η όποια κριτική στο παλιό καθεστώς της διαφθοράς, του βολέματος, της πλαστής ευημερίας ακουγόταν «από κάτω», έχει εξαφανιστεί, για να δώσει τη θέση της στον λαϊκισμό του «όλοι είναι κλέφτες και προδότες» και ότι ζούμε σε καθεστώς «χούντας», ότι «οι ξένοι θέλουν το κακό μας», γι’ αυτό πρέπει να φύγουν ή ότι οι ευρωπαίοι «μας» έχουν ανάγκη και όχι «εμείς»;

Το ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να αυτοοργανωθούν, ότι προτιμούν να αναθέτουν σε άλλους τις υποθέσεις και τη «σωτηρία» τους, ακόμα και σε τραμπούκους της χ. α. την «ασφάλεια»  και για τις καθημερινές ανάγκες τους, και γενικά επιτρέπουν (δηλαδή, αφήνονται στην αποχαύνωση της ιδιωτικής μιζέριας) «να καθαρίζουν τα παλικάρια» αντί για αυτούς, είναι η πηγή της κοινωνικής παθογένειας που βιώνουμε. Πρόκειται ακριβώς για το μείζον πρόβλημα ότι δεν υπάρχει συνείδηση, ατομική και άρα ούτε συλλογική (πόσο μάλλον ταξική) – ούτε και (κριτική) σκέψη. Δεν υπάρχει το αυτόνομο ενσυνείδητο υποκείμενο, συνεπώς δεν υπάρχει και κοινωνία. Σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, μεγάλη μερίδα της κοινωνίας έχει πιαστεί στην παγίδα του φόβου και του μίσους για όποιον «δεν αρέσει η φάτσα του», για τον μη «κανονικό», τον «διαφορετικό», τον «ξένο», τον «Άλλον». Φαίνεται όμως πως για τον προοδευτικό και αριστερό «πόλο» όλα αυτά χωνεύονται, για λόγους τακτικής, από τον αντιμνημονιακό αχταρμά.

Από τη μια λοιπόν έχουμε όλους αυτούς που θέλουν να κυβερνηθούν, χωρίς να σκέφτονται το κόστος και τις συνέπειες για την ελευθερία και την κοινωνική χειραφέτηση, αλλά ούτε για τον δρόμο που θα πάρει η ανθρωπότητα αν παραμείνει προσκολλημένη στο παλιό καθεστώς και τρόπο ζωής, τα οποία – σημειωτέον – έχουν ήδη καταρριφθεί και αποδομηθεί. Το τραγικό είναι όμως ότι δεν το έχει ακόμη συνειδητοποιήσει, ενώ, όταν θα το αντιληφθεί, το σοκ και η οδύνη θα είναι πλέον αναπόφευκτα. Και από την άλλη, όλον αυτόν το συρφετό που θέλει οπωσδήποτε να κυβερνήσει τις «μάζες».

Τα παραπάνω σχόλια-παρατηρήσεις, εφόσον είναι έγκυρα και αληθή, εγείρουν σοβαρά ιδεολογικά, θεωρητικά και φιλοσοφικά ζητήματα, για τη φύση του ανθρώπου και την ικανότητα να αναλάβει και να πετύχει μια γνήσια κοινωνική επανάσταση. Εδώ, βέβαια,  το ζήτημα δεν τίθεται από μια δογματική στάση, αλλά από πρόθεση για περισσότερη έρευνα. Γιατί όσο και αν αυτοί οι προβληματισμοί ξεβολεύουν και ενοχλούν την εύκολη σκέψη και τα αυτονόητα σχήματα, ωστόσο είναι πολύ εποικοδομητικοί στο βαθμό που μπορεί να γεννήσουν γόνιμες συζητήσεις και θεωρητικές αναζητήσεις-απαντήσεις. Απώτερος στόχος και αισιόδοξη προοπτική, το να δώσει ο ριζοσπαστικός-ανατρεπτικός «πόλος» μια πειστική και ψύχραιμη απάντηση, που να απεγκλωβίζει από το σημερινό παράδοξο-αδιέξοδο την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης-αντιεξουσίας και της παγκόσμιας επανάστασης.

Τέλος, ως συνέχεια της συζήτησης, δύο ακόμη θέματα θα πρέπει να εξεταστούν και να δοθεί μια περιεκτική και ρεαλιστική (ψύχραιμη) απάντηση: α) Μας τελείωσε ο δικομματισμός ΠΑΣΟΚ / ΝΔ ή πήρε άλλη μορφή; β) Τι σημαίνει η πρόσφατη εκλογική αποχή (με δεδομένο ότι στα αστικά κέντρα το ποσοστό αποχής δεν αυξήθηκε, άρα η αύξησή του στην επαρχία συνδέεται και με οικονομικούς λόγους);

30/5/2012

Δημήτρης Φασόλης

 

Categories: Uncategorized | Leave a comment

Τι επιτέλους θέλουν οι πολίτες της Ελλάδας;

Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εθνικών εκλογών έδειξαν την εκρηκτική άνοδο των συντηρητικών-αντιδραστικών, ρατσιστικών-ξενοφοβικών αλλά και άκριτου αντιπολιτικού κλίματος στην ελληνική κοινωνία. Ο παρατηρούμενος – αν και έως πρόσφατα απαξιωμένος ως φαινόμενο από αριστερούς και προοδευτικούς – εκφασισμός της σίγουρα αναβαθμίζεται και παγιώνεται, μέσα από την κοινοβουλευτική του πλέον εκπροσώπηση. Ενώ παράλληλα επιτείνει το χαοτικό τοπίο η σύγχυση γύρω από το τι είδους διακυβέρνηση θέλουν οι πολίτες: ακροδεξιά ή εθνικιστική, δηλαδή κλείσιμο στον εαυτό και εκκαθάριση όλων των «κακών»∙ ή αριστερή μέσα κι έξω από την Ευρώπη, δηλαδή όπως είμαστε πριν ο καθένας για την πάρτη του, χωρίς βοήθεια από τους γείτονές μας, αλλά με ευρώ στην τσέπη∙ ή δεξιά που θα «επαναδιαπραγματευθεί» ό,τι ψήφισε ως κυβέρνηση αλλά χωρίς να ενοχλήσει τους μεγάλου εκτοπίσματος ευρωπαίους ηγέτες;

Η τρέχουσα συγκυρία χαρακτηρίζεται από την επέκταση και ένταση της οικονομικής κρίσης με αποτέλεσμα το σοκ και την κατάθλιψη που υπέστησαν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα της χώρας, μέσα από τη διόγκωση της ανεργίας και της λιτότητας, αλλά και την όξυνση του μεταναστευτικού. Όλα αυτά, έχουν ανοίξει έναν επικίνδυνο – σε δραματικό μάλιστα βαθμό – δρόμο. Τον δρόμο του φασισμού, ο οποίος είναι πολύ ύπουλος και πονηρός: παρουσιάζεται αρχικά σαν αντισυστημικός, σοσιαλιστικός και αντιπλουτοκρατικός, παγιδεύοντας την κοινωνία χωρίς να το καταλάβει στο άρμα του σκοταδισμού-φανατισμού, στην ψυχολογία του φόβου και του μίσους.

Με άλλα λόγια, η ατομική ψυχολογία όπου κυριαρχεί το ένστικτο της αυτοκαταστροφής – ή, αλλιώς, του θανάτου – γίνεται τώρα μαζική ψυχολογία που ετοιμάζει τους ανθρώπους κατευθείαν για την «κόλαση». Μαζική ψυχολογία που, στο βαθμό που αναμειγνύεται με τη φασιστική-ναζιστική ιδεολογία, μετατρέπεται σε ψυχο-ιδεολογία, σε ιδεολογικοποιημένο και εκλογικευμένο μαζικό παροξυσμό. Είναι ένα μονοπάτι τραχύ, δηλαδή βίας, φανατισμού και παραλογισμού, χωρίς επιστροφή. Τα πιο βάρβαρα, αρχέγονα και βαθιά ένστικτα του ανθρώπου, κατάλοιπα μια φυλετικής φάσης στο παρελθόν, ενός ιστορικού «ατυχήματος». Ένα ιστορικό στάδιο όπου ο «άλλος», εκτός της φυλής, ήταν επικίνδυνος, ξένος, εχθρός.

Ιδιαίτερα η ψυχονοοτροπία που έχει διαμορφωθεί στις μέρες μας στην ελληνική κοινωνία είναι η ξενοφοβία και το ρατσιστικό μίσος, η απέχθεια για τον ξένο, τον διαφορετικό, τον μετανάστη. Το σημαντικό και επικίνδυνο είναι όμως ότι η εν λόγω νοοτροπία αποκρύβεται και δουλεύει υπόγεια, εξαιτίας του ότι υπάρχει, παραδοσιακά και για πολιτισμικούς λόγους, μια υποκριτική στάση. Δηλαδή, κανείς σχεδόν δεν παραδέχεται ότι είναι ρατσιστής, αλλά «έχει απλώς πρόβλημα με τους Αλβανούς» (παλιότερα) ή με άλλη εθνοτική ομάδα. Αυτό όμως που δεν «λέγεται» σε τέτοιες ιδεολογικές-ρατσιστικές απόψεις, είναι ότι θεωρείται αυτονόητο πως το πρόβλημα είναι ο «ξένος», η ίδια η ύπαρξή του, και όχι η όποια εγκληματική πράξη. Για κάθε έγκλημα θεωρείται υπεύθυνος εκ των προτέρων ο μετανάστης, ο «αλλοδαπός», σύμφωνα με το προφίλ του παραβάτη-παράνομου που καλλιεργούν τα κανάλια. Η μεγάλη υποκρισία που διακατέχει πολλούς Έλληνες γίνεται φανερή μέσα από την αδιαφορία και την παθητική στάση τους, όταν διαπράττονται επίσης στυγερά εγκλήματα, για παράδειγμα στα γήπεδα μεταξύ φανατισμένων οπαδών ή δολοφονίες (κυρίως από άνδρες) μεταξύ συζύγων και βιασμοί γυναικών.

Άρα, ως πρόβλημα και πηγή του κακού θεωρείται ο μετανάστης. Είναι ο ίδιος έκφραση και ζωντανή εκπροσώπηση του κακού, του κατώτερου είδους που πρέπει να αφανιστεί, να μην υπάρχει δίπλα μας και να μας θυμίζει ό,τι σκοτεινό θέλουμε να κρύβουμε βαθιά στο ασυνείδητο και να το ξεχάσουμε. Όμως, ξέρουμε ότι το μίσος, άπαξ και ξεσπάσει, δεν θα σταματήσει εδώ, γιατί είναι απύθμενο και άσβεστο. Θα στραφεί στο άμεσο μέλλον ενάντια σε άλλους στόχους: αριστερούς, αναρχικούς, εβραίους, ομοφυλόφιλους, «αλλόθρησκους», γειτονικούς λαούς, και γενικά ό,τι βαφτίζεται ως «άλλο» και «επικίνδυνο-εχθρικό». Ο κοινωνικός κανιβαλισμός είναι η προέκταση του ωχαδερφισμού που διακατέχει τους νεοέλληνες, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και εξαθλιώνεται, για τον άστεγο, τον άνεργο, τον μετανάστη, τον ανάπηρο, τον ηλικιωμένο, τον κάθε καταπιεσμένο.

Όταν όμως «εκπέμπεις» στο περιβάλλον σου μίσος, εχθρότητα και επιθετικότητα, εισπράττεις επίσης μίσος και βία. Γιατί να αποκλείσουμε, σκεφτόμενοι λογικά και ψύχραιμα, ότι κάποια από τα ειδεχθή εγκλήματα μεταναστών κατά ντόπιων εκκινούν από μια ρατσιστική και απαξιωτική συμπεριφορά εναντίον τους, που θίγει την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα του ανθρώπου; Το αντίθετο μάλιστα. Όταν σε καταδιώκει η πείνα και η εξαθλίωση, ο πόλεμος και οι πολιτικές διαμάχες στη χώρα σου, ενώ στη χώρα υποδοχής αντιμετωπίζεις επιπροσθέτως τον ρατσισμό και την απαξίωση, τότε είναι σχεδόν αναμενόμενο ότι θα αντιδράσεις εκδικητικά, βίαια. Εξάλλου είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει έγκλημα «διά ασήμαντον αφορμή». Ακόμη και τα εγκλήματα πάθους στην ψυχολογία και την εγκληματολογία κατανοούνται ως βίαιες εκτροπές άρρωστων-εξουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων (π.χ. ανάμεσα στα δύο φύλα). Συνεπώς, το προβληματικό στοιχείο είναι η ρατσιστική προκατάληψη κατά του μετανάστη και όλα τα άλλα είναι αποενοχοποίηση αυτής.

Αν η ελληνική κοινωνία έχει επιλέξει αυτόν τον απάνθρωπο δρόμο, αντί να βαδίσει απαρέγκλιτα στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, ελευθερία, κατάργηση των ταξικών διακρίσεων και διαχωρισμών∙ αν δεν συνειδητοποιήσει ότι η έλλειψη των παραπάνω είναι η πηγή όλων των κοινωνικών προβλημάτων, όπως η εγκληματικότητα και η δημιουργία εξαθλιωμένων ανθρώπων, ντόπιων και μεταναστών που ζητούν καταφύγιο∙  τότε η ίδια επιθυμεί την «κόλαση» και την καταστροφή της, την πτώση στον γκρεμό, στην άβυσσο του χάους.

Το μίσος, η εκδίκηση, ο φόβος, ο φανατισμός-δογματισμός είναι ο χειρότερος οδηγός για τους ανθρώπους. Η καταδίωξη των αποδιοπομπαίων τράγων, των πιο αδύνατων, το λιντσάρισμα και ο φόνος, η καταπίεση και εκμετάλλευση των μεταναστών από τα ντόπια μικρομέγαλα αφεντικά, η ρατσιστική-απαξιωτική αντιμετώπιση του συνάνθρωπου, που υποβιβάζεται έτσι σε δούλο, σε αντικείμενο. Όλα αυτά τα ειδεχθή γνωρίσματα του φασισμού, δεν γνωρίζουν άλλο τέρμα και στόχο πέρα από την πλήρη εξόντωση και κυριάρχηση πάνω στους άλλους. Ωσότου οι άλλοι τελικά θα είμαστε εμείς οι ίδιοι, αφού όλοι οι υπόλοιποι θα έχουν εξοντωθεί. Και το ένστικτο της καταστροφής και του θανάτου, που εκφράζεται μέσα από την κυριαρχία στον άλλο, θα στραφεί τελικά στον εαυτό μας: αυτοκαταστροφή-συλλογική αυτοκτονία ενός λαού.

Αν ξεφύγουμε από το ομιχλώδες νησί της λήθης (η λήθη είναι κομβικό στοιχείο στην ναζιστική προπαγάνδα: το γνωστό «πες, πες ψέματα, κάτι θα μείνει» του Γκέμπελς, που σήμερα σημαίνει την αμφισβήτηση ιστορικών γεγονότων όπως το ολοκαύτωμα και η εξέγερση του Πολυτεχνείου από τον «αρχηγό» των εγχώριων ανθρωποειδών), τότε  θα καταλάβουμε. Οποτεδήποτε και οπουδήποτε επικράτησε ο φασισμός-ναζισμός σαν συλλογική ψυχολογία και ιδεολογία, αλλά ακόμη και ο υπερπατριωτισμός ή ο εθνικισμός, η κατάληξη είναι γνωστή και πάντα η ίδια: πόλεμος, βασανισμός ψυχών, μαζικά εγκλήματα και φρίκη, οδύνη, ξεπεσμός του ανθρώπου λόγω της εξαχρείωσης των ηθών και του εξοβελισμού της ανθρωπιάς-αγάπης-αλληλεγγύης στο πυρ τον εξώτερον. Και τελικά το τραγικό τέλος, ή οδυνηρή ήττα του ίδιου του φορέα αυτής της στυγερής και απάνθρωπης ιδεολογίας, όπως έγινε με τον ιταλικό και γερμανικό λαό. Αλλά και στον ελλαδικό χώρο, όποτε πήραν το πάνω χέρι στα πράγματα οι διάφοροι ελληναράδες-εθνικιστές, οι «σωτήρες της πατρίδας», έφεραν τον όλεθρο: χαρακτηριστικό παράδειγμα το παραλήρημα της «μεγάλης ιδέας» που τύφλωσε τους ανθρώπους και τους έσυρε στη μικρασιατική εκστρατεία με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειές της, σε κοινωνικο-πολιτισμικό, ηθικό και ανθρωπιστικό επίπεδο.

Εάν λοιπόν η ελληνική κοινωνία ακολουθήσει τον δρόμο του εκφασισμού της, σε συνθήκες οικονομικοκοινωνικές και πολιτισμικές μάλιστα που ευνοούν κάτι τέτοιο, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να την εμποδίσει κανείς, να αντιστρέψει τη φορά των πραγμάτων. Ιδιαίτερα δε όταν οι ριζοσπαστικός-ανατρεπτικός χώρος, όπως εξάλλου και η ευρύτερη αριστερά, βρίσκονται δυστυχώς σε αδυναμία να αναλάβουν τέτοιο ρόλο και ευθύνη. Εδώ χρειάζεται φουλ σκέψη και θεωρία σε χρόνο ντε τε, για να αλλάξει κάτι προς μια διαφορετική προοπτική και κατεύθυνση. Ένα ποιοτικό άλμα στην ατομική και κοινωνική συνείδηση.

Είτε το ένα γίνει είτε το άλλο, τα πράγματα δεν γυρίζουν πίσω στις «παλιές καλές μέρες», στην αποβλακωτική ευημερία και τη βολική χαλάρωση μιας πλαδαρής και μίζερης επιβίωσης. Βιώνουμε τη ριζική αλλαγή που επέρχεται με όρους τραγωδίας, στο πραγματικό θέατρο της ζωής και της ιστορίας. Η λύτρωση θα έρθει και θα είναι σε τελευταία ανάλυση απελευθερωτική. Αλλά θα προηγηθεί αναγκαστικά η κάθαρση, που είναι για τους ανθρώπους οδυνηρή και σκληρή. Δεν υπακούει σε υποκειμενισμούς, συμφέροντα, συναισθήματα, ελπίδες, όνειρα και φόβους. Και γενικά υπερβαίνει την όποια ανθρωποπάθεια μας: το υπεροπτικό δόγμα ότι άνθρωπος είναι το κέντρο του σύμπαντος και κυρίαρχος του περιβάλλοντος ή της μοίρας του.

Η συνείδηση τελικά είναι που ορίζει τα κοινωνικά φαινόμενα (με μια έννοια, την πραγματικότητα), το πώς θα εκδηλωθούν και ξεδιπλωθούν στο ιστορικο-κοινωνικό γίγνεσθαι. Θα στραφεί (η συνείδηση) τελικά στην αλήθεια και θα την αναγνωρίσει στην ένωση του εγώ μέσα στον άλλο, στην πανανθρώπινη αδελφοσύνη-αλληλεγγύη και στην οικουμενική αταξική ολοκλήρωση; Ή θα «μαγνητιστεί» από το σκοτάδι, την άβυσσο, και θα βυθιστεί-καταποντιστεί μέσα τους;

25/5/2012

Δημήτρης Φασόλης

Categories: Uncategorized | Leave a comment

Εκλογές, η τελετουργία της γενικευμένης αλλοτρίωσης

Η δημοκρατία είναι η γενικευμένη αλλοτρίωση του υποκειμένου και η μίμηση κατεστημένων συμπεριφορών που χαρακτηρίζουν τη «μάζα». Συνεπώς ζούμε στο καθεστώς της δημοκρατίας της αλλοτρίωσης και των μιμιδιακών «συνειδήσεων». Είμαστε όλοι ελεύθεροι να είμαστε αλλοτριωμένοι, γιατί στη δημοκρατία η ιδιώτευση ταυτίζεται με την ελευθερία. Το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να λέει τη γνώμη του, να «εκφράζεται», δεν σημαίνει ότι είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Αντίθετα, αυξάνεται έτσι ο κατακερματισμός, η σύγχυση, ο λαϊκισμός, η μαζική νεύρωση και παράνοια, η ψυχολογία του φασισμού.

Οι εκλογές είναι η εμπέδωση-εδραίωση αυτής της μαζικής αυταπάτης-φενάκης για την «έκφραση» του «κοινού συνόλου». Η δημοκρατία δεν αντιπροσωπεύει την κοινωνία, ως σύνολο, ως όλον. Είναι, αντίθετα, η γενίκευση του διαφορετικού, του επιμέρους, του ιδιαίτερου και άρα της ιδιώτευσης και της ψευδοελευθερίας. Το διαφορετικό, το επιμέρους, δεν είναι γνήσιο, αλλά είναι η νόθευση του κοινού καλού, ο κατακερματισμός του όλου, της ενότητας που στην πραγματικότητα είναι το ουσιαστικό συστατικό του κόσμου. Είναι ενάντια στην καθολικότητα-οικουμενικότητα που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο και την κοινωνία ως τέτοια.

Ο μύθος περί «άμεσης δημοκρατίας», ως της γνήσιας δημοκρατίας, είναι ένα εφεδρικό εργαλείο στα χέρια της αστικής τάξης και της καπιταλιστικής εξουσίας. Ανέκαθεν η δημοκρατία, από την αρχαιότητα ήδη, συνυπήρχε με τη δημαγωγία, τη ρητορεία, την εξαπάτηση των πολλών από τους λίγους μορφωμένους και ικανούς χρήστες του λόγου. Όπως επίσης, με τη διαφθορά και τον εκμαυλισμό των κατώτερων-λαϊκών στρωμάτων από την πολιτική κάστα, στο όνομα πάντα της δημοκρατίας.

Η έννοια του «πολίτη» είναι η ραφιναρισμένη, και έτσι εξιδανικευμένη, έννοια του ιδιώτη-ηλίθιου, για να δημιουργείται η ψευδαίσθηση της συμμετοχής στα «κοινά». Όπου όμως η διεύθυνση-διοίκηση της κοινωνίας, ο καθορισμός της συλλογικής ζωής, είναι μια διαχωρισμένη-διαμεσολαβημένη διαδικασία σε μια ήδη διαμεσολαβημένη και διαχωρισμένη (ταξικά-ιεραρχικά) κοινωνία. Άρα, πρόκειται για μια διπλή και τελικά πολλαπλασιαζόμενη διάσπαση-κατακερματισμό της κοινωνίας, της ανθρώπινης υπόστασης, της πραγματικότητας.

Αυτόν τον κατακερματισμό επιτείνει και αναπαράγει η κυρίαρχη-εξουσιαστική ιδεολογία, διαστρεβλώνοντας και παραμορφώνοντας έτσι την εικόνα που προσλαμβάνουμε για την πραγματικότητα.

Οι τελετουργικές πρακτικές της δημοκρατίας, με αποκορύφωμα την εκλογική διαδικασία, απογειώνει αυτήν την πλάνη του ανθρώπου σε μια φαντασιακή αυτοπαγίδευση. Αποδέχεται λοιπόν εθελοντικά τη σκλαβιά του και διαιωνίζει με την πράξη του το παράλογο και αδιέξοδο καθεστώς της ταξικής διαίρεσης, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο. Νοηματοδοτεί έτσι θετικά τον πολιτισμό του σύγχρονου ανθρώπου-κοινωνίας που ουσιαστικά επιβιώνει χάρη στην αρνητικότητά του, την παρακμή του και την καταστροφή της ζωής.

Μόνη απάντηση στο εκλογικό πανηγύρι και τη φενάκη της δημοκρατίας η αφύπνιση της (ταξικής) κοινωνικής συνείδησης που θα επανακαθορίσει με ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο τρόπο το κοινό καλό, το όλον, και τελικά την οικουμενικότητα-καθολικότητα της αταξικής, μη ιεραρχικής και αυτεξούσιας ανθρωπότητας (και κοινωνίας).

5/4/2012

Θ Χ και Δ Γ Φ

Categories: Uncategorized | Leave a comment

Χωρίς «Ταυτότητα»

Ο Οικουμενικός Άνθρωπος είναι ο πολύπτυχος, πολυπρισματικός και πολυπολιτισμικός άνθρωπος. 

 
Ίσως από την απαρχή της ιστορίας του, ο άνθρωπος προσδιοριζόταν πάντα, με άλλα λόγια περιοριζόταν ή ήταν εγκλωβισμένος, σε διάφορες, ανάλογα την εποχή και τις περιστάσεις, ταυτότητες. Η «ταυτότητα» είναι συνδεδεμένη με μια άλλη έννοια, τον «εαυτό», έτσι ώστε όταν μιλάμε για ταυτότητα εννοούμε έναν συλλογικό εαυτό[1].

Όταν λέμε «προσδιορίζεται και περιορίζεται» (ο άνθρωπος) από την έννοια της ταυτότητας, εννοούμε ότι μια αφηρημένη και αόριστη έννοια, όπως η «ταυτότητα», αποκτά μέσα από τη συγκεκριμένη ιδεολογία και το συμβολικό οικοδόμημα κάθε εποχής ένα περισσότερο ή λιγότερο ασαφές περιεχόμενο. Όμως, πρόκειται για συμβολικό και φαντασιακό περιεχόμενο με πολλά αυτονόητα και στερεότυπα, ένα περιεχόμενο με ψευδή-μη ρεαλιστικά στοιχεία. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι λειτουργεί ομογενοποιητικά, καλύπτοντας ιδιαιτερότητες και διαφορές των πραγμάτων στα οποία αναφέρεται.

Έτσι δημιουργεί μια κλειστή, οριοθετημένη περιοχή (υποτιθέμενων) όμοιων πραγμάτων, δηλαδή με δήθεν κοινές ιδιότητες-χαρακτηριστικά, ενώ τα έξω από την οροθετημένη περιοχή πράγματα παρουσιάζονται ως ανομοιογενή, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη περιοχή είναι ο τόπος της «Ταυτότητας» («το κοινό-ομοειδές, το εσωτερικό-οικείο, το εγώ-εμείς»), ενώ ο δεύτερη ο τόπος της «Ετερότητας» («το ανόμοιο-διαφορετικό, το εξωτερικό-ανοίκειο, ο άλλος-άλλοι»).

Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η ταυτότητα είναι ένας τρόπος διαχωρισμού και κατακερματισμού της πραγματικότητας. Ουσιαστικά δεν προκύπτει από ένωση, αλλά από διαχωρισμό. Όχι από θέση υπέρ κάτι κοινού αλλά από άρνηση του «άλλου», του διαφορετικού, που γι’ αυτό τίθεται αρνητικά έξω από τον κύκλο του «κοινού-οικείου» (ταυτότητα).

Τέλος, από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ταυτότητα, σε όλες τις μορφές της, δεν αφορά σε κάποια ουσία ή σταθερή και φυσική ιδιότητα των πραγμάτων στα οποία αποδίδεται. Αντίθετα, πρόκειται για μια κοινωνική-πολιτισμική κατασκευή, το νόημα και το συμβολικό περιεχόμενο της οποίας διαφέρει διαχρονικά αλλά και από κοινωνία σε κοινωνία και από τόπο σε τόπο.

Ερχόμενοι τώρα στην «εθνική ταυτότητα», βλέπουμε ότι αναπαράγει ψευδείς αναπαραστάσεις ομοιογένειας μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, παρουσιάζοντας την εν λόγω κοινωνία ως ένα αδιαφοροποίητο σύνολο. Έτσι οι άνθρωποι από διαφορετικές τάξεις παρουσιάζονται ως έχοντες σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η γλώσσα ή η καταγωγή. Εδώ δεν λαμβάνονται υπόψη τα αντικρουόμενα συμφέροντα, η ανισότητα κύρους και δύναμης, η διαφορετική θέση στην παραγωγή (εκμεταλλευτής                          / εκμεταλλευμένος). Στοιχεία δηλαδή που διαφοροποιούν σαφώς τα μέλη μιας κοινωνίας μεταξύ τους. Πρόκειται λοιπόν για μια κοινωνική και πολιτισμική-ιδεολογική κατασκευή, η οποία εξυπηρετεί τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της ιθύνουσας αστικής τάξης.

Αλλά και οι άλλες ταυτότητες, όπως του φύλου («ανδρισμός»/«θηλυκότητα»), ηλικιακές («μικρός»/«μεγάλος», «ενήλικας»/«ανήλικος»-«παιδί»), δηλαδή ταυτότητες που αφορούν σε διάφορες πολιτισμικές και κοινωνικές ομάδες ή κατηγορίες (π.χ. συγγενειακές, ποδοσφαιρικές, πολιτικές), συνιστούν κατασκευές. Δηλαδή δεν έχουν ένα σταθερό-διαχρονικό και αντικειμενικό (δηλαδή καθολικό) περιεχόμενο, αλλά εκφράζουν αντιλήψεις, αναπαραστάσεις, πολιτισμικά μοτίβα και πρότυπα που καθορίζονται από ιστορικούς και κοινωνικο-πολιτισμικούς παράγοντες. Οι ταυτότητες, τελικά, κατατέμνουν την πραγματικότητα και τον άνθρωπο, ως ολότητα-καθολικότητα. Δημιουργούν τεχνητούς διαχωρισμούς και διαστρεβλώνουν το βαθύτερο περιεχόμενό του, ως πλατιά (καθολική) έννοια-κατηγορία με τις καθολικές ιδιότητές του.

Στο βαθμό λοιπόν που οι ταυτότητες λειτουργούν επιμεριστικά-διαχωριστικά ως προς τις ανθρώπινες σχέσεις, τις κοινωνίες, του πολιτισμούς και τα γενικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ως κατηγορία (= πλατιά έννοια), τελικά υποβαθμίζουν και διαστρεβλώνουν τη βαθύτερη ουσία και δομή του ανθρώπου ή ό,τι εννοούμε ως ανθρώπινο (ανθρωπινότητα). Και όταν λέμε κατακερματισμό και πτώχευση του ανθρώπου εννοούμε επίσης ότι, μέσω της ταυτότητας, διαχωρίζεται και από τη φύση, το περιβάλλον και από την ευρύτερη κοσμολογική ουσία-έννοιά του. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του σαν κάτι ξέχωρο και απόμακρο από τη γήινη βιόσφαιρα και από τις διαδικασίες, τις δομές-σχέσεις και τις αρχές ή κανόνες που διέπουν τον κόσμο (σύμπαν).

Να γιατί λοιπόν το ανθρώπινο ον, μέσα στην μακραίωνη πορεία του από διάφορες εξουσιαστικές ιδεολογίες και ιεραρχικούς πολιτισμούς, έχει χάσει την καθολική-οικουμενική ιδέα και περιεχόμενό του. Έτσι, συμπεριφέρεται ανάλογα, ως κυρίαρχος, εκμεταλλευτής και κατακτητής ή υπάκουος, πειθαρχημένος, υπήκοος. Είτε εξουσιαστής είτε εξουσιαζόμενος, θεωρεί πάντως ότι είναι το κέντρο του κόσμου.

Συμπεραίνουμε από τα παραπάνω, ότι για το πέρασμα σε μια άλλη πραγματική κοινωνία, θα πρέπει οι άνθρωποι να υπερβούν κάθε είδους ταυτότητα που τους κρατά αλυσοδεμένους και αυτο-περιορισμένους σε έναν μικρόκοσμο, σε μια πλάνη. Μια κατάσταση δηλαδή όπου τα ανθρώπινα όντα αλλά και τα πράγματα κείτονται ως κατακερματισμένα, διαχωρισμένα από το όλον, ατομικά αντικείμενα, διάσπαρτα και τυχαία, χωρίς πραγματική ουσία και υπόσταση.

Για να προκύψει-αναδειχθεί μέσα από την υπέρβαση ο πολυπρισματικός, πολύπτυχος και πολυπολιτισμικός άνθρωπος και πολιτισμός. Με άλλα λόγια, ο Οικουμενικός άνθρωπος ως καθολική έννοια-κατηγορία.

Ο πολυπρισματικός και πολυπολιτισμικός άνθρωπος δεν χρειάζεται καμιά ταυτότητα, για τη συγκρότησή του ως όλον. Είναι ο ίδιος, τόσο ως κατηγορία-έννοια (ιδέα) όσο και ως συγκριμένο ον, μια ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα. Ίσως θα μπορούσαμε να τον εννοήσουμε ως μια μονάδα, όπως αναπτύσσεται από τον Λάιμπνιτζ στη «Μοναδολογία» του, το 1714 (επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε πρωτόλεια την έννοια της μονάδας στον Λάιμπνιτζ, την οποία μεταφέρουμε κατ’ αναλογία και όχι με το αυστηρό-συγκεκριμένο περιεχόμενο που αυτός της αποδίδει). Μονάδα, η οποία είναι αυτόνομη-ανεξάρτητη, πλήρης-κλειστή και ενδελεχής, αλλά ταυτόχρονα πολυπρισματική στο εσωτερικό της. Περικλείει και εμπεριέχει ταυτόχρονα όλες τις ιδιότητες και τις πτυχές όλων των άλλων μονάδων και παράλληλα διατηρεί τη δική της διαδικασία εξέλιξης. Είναι κλειστή και περιχαρακωμένη από παντού και ταυτόχρονα επικοινωνεί με όλες τις άλλες μονάδες.

Περιέχει ποιότητες οι οποίες τη διαφοροποιούν από τις άλλες μονάδες, ενώ υπόκειται σε διαρκή μεταβολή που προκαλείται από ένα εσωτερικό στοιχείο-αρχή και όχι από εξωτερικό παράγοντα. Και η εν λόγω μεταβολή συμβαίνει διότι αυτό το εσωτερικό στοιχείο «οφείλει να περικλείει μια πολλαπλότητα μέσα στην ενότητα ή στο απλό […] Στη μεταβολή κάτι μεταβάλλεται και κάτι παραμένει το ίδιο. Κατά συνέπεια μέσα στην απλή ουσία (σ.σ.: μονάδα) πρέπει να υπάρχει πλήθος διαθέσεων (affections) και σχέσεων (rapports) παρότι αυτή δεν έχει μέρη».

Ίσως, το να λογικοποιήσουμε και να εννοήσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο – στην ολότητα-καθολικότητά του – τον άνθρωπο, είναι αναγκαίο βήμα για να ξεπεραστούν οι αντινομίες-αντιφάσεις της ταξικής ιστορίας που οδηγούν στην εξαθλίωση, στην εκμετάλλευση, στην ιεραρχία-εξουσία, στους εθνικισμούς και στους πολέμους, στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και σε πιο γενικευμένες (κοσμοϊστορικές) τραγωδίες-καταστροφές.

 

Σημειώσεις:   

  1. Ενώ ο εαυτός συνιστά και αυτός μια ταυτότητα (δηλαδή ιδεολογική-φαντασιακή κατασκευή) προσωπικών εμπειριών, βιωμάτων, συναισθημάτων, αναπαραστάσεων, αντιλήψεων. Η έννοια του «εαυτού» είναι αυτή που προσδίδει συνοχή και συνέχεια σε όλα αυτά τα αποσπασματικά και κατακερματισμένα στοιχεία της συνείδησης, συγκροτώντας, έτσι, με τέτοιο τρόπο το εγώ, ώστε να δίνεται η παραπλανητική αίσθηση πως αυτό συνιστά μια ενότητα ή μια ενιαία, συνεκτική και συμπαγή περιοχή της προσωπικότητας. Κάτι όμως που σύμφωνα με μια ορισμένη φιλοσοφική θεώρηση του νου και της συνείδησης, η οποία κερδίζει συνεχώς έδαφος στις μέρες μας, αποτελεί μια πλασματική μορφή της συνείδησης, μια πλανερή εντύπωση. Η θέση για την πλανερή εντύπωση ενός ενιαίου εγώ-ταυτότητας, ενισχύεται και από τη θεωρία των «μιμιδίων» και των «φιλοσοφικών ζόμπι», σύμφωνα με την οποία η συνείδηση, εν πολλοίς, μιμείται.

 

Παραπομπές:

Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς 2006. «Η Μοναδολογία», Αθήνα: Εκδόσεις Εκκρεμές

 

Δημήτρης Φασόλης

7/3/2012

Categories: Uncategorized | Leave a comment

Hello world!

Καλωσήρθες στο Espivblogs.net. Αυτή είναι η πρώτη σου ανάρτηση. Επεξεργάσου την ή διάγραψέ την, για να αρχίσεις να διαχειρίζεσαι το blog!

Categories: Uncategorized | 1 Comment